Ὁ νομαδικός βίος τῶν τουρκικῶν φύλων τῆς Κεντρικής Ασίας καὶ ὁ πολιτισμός τους




Γράφει ὁ Κυανιστής




Ἀδιάκοποι μετακινήσεις καὶ νομαδικὸς βίος: Ἡ διαφορετικότης ἑλληνικοῦ καὶ τουρκικοῦ πολιτισμοῦ κατὰ τὸν 6ον αἰῶνα μ.Χ.

Αἱ ἀδιάκοποι μετακινήσεις καὶ ὁ νομαδικὸς βίος δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὰ τουρκικὰ φύλα τῆς πρὸ τοῦ 6ου αἰῶνος περιόδου νὰ ἀναπτύξουν ἀστικὸν καὶ γραφειοκρατικὸν πολιτισμὸν παρόμοιον πρὸς ἐκεῖνον τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ ρωμαϊκοῦ κόσμου.

Πρὸ τοῦ 6ου αἰῶνος μ.Χ., τὰ τουρκικὰ φύλα τῆς Κεντρικῆς Ἀσίας — ἀνάμεσα εἰς τὰ ὁποῖα πιθανῶς συγκαταλέγονται καὶ οἱ Σιόνγκ-νου (Χιόνγκ-νου), ἂν καὶ ἡ ταύτισις αὕτη παραμένει ἀντικείμενον συζητήσεως — δὲν εἶχαν ἀναπτύξει ἀστικὸν καὶ γραφειοκρατικὸν πολιτισμὸν συγκρίσιμον μὲ ἐκεῖνον τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ ρωμαϊκοῦ κόσμου. Ὁ τρόπος ζωῆς των ἦτο κυρίως νομαδικός, προσηρμοσμένος εἰς τὰς συνθήκας τῆς εὐρασιατικῆς στέπας.

1. Καταγωγὴ καὶ πρώιμη διαμόρφωσις τῶν τουρκικῶν φύλων
(3ος αἰ. π.Χ. – 6ος αἰ. μ.Χ.)

Οἱ πρῶτοι τουρκόφωνοι πληθυσμοὶ φαίνεται ὅτι διεμορφώθησαν εἰς τὰς περιοχὰς τῆς Μογγολίας, τῆς Ἀλτάης καὶ τῆς νοτίου Σιβηρίας, ἐντὸς τοῦ περιβάλλοντος τῆς εὐρασιατικῆς στέπας. Ἡ ἀκριβὴς ἐθνογένεσις τῶν Τούρκων παραμένει ἀντικείμενον ἐπιστημονικῆς συζητήσεως, καθ’ ὅσον οἱ λαοὶ τῆς στέπας μετεκινοῦντο συνεχῶς καὶ συχνάκις ἀνεμιγνύοντο μεταξὺ των.

Πολλοὶ ἱστορικοὶ θεωροῦσι πιθανὸν ὅτι οἱ Σιόνγκ-νου (Χιόνγκ-νου), οἵτινες ἐμφανίζονται εἰς τὰς κινεζικὰς πηγὰς ἀπὸ τοῦ 3ου αἰῶνος π.Χ., συνδέονται μὲ πρώιμα τουρκικὰ ἢ πρωτοτουρκικὰ στοιχεῖα, ἀλλ’ ἡ ταύτισις αὕτη δὲν θεωρεῖται βεβαία. Αἱ συνομοσπονδίαι τῆς στέπας περιελάμβανον συνήθως ποικίλας φυλετικὰς καὶ γλωσσικὰς ὁμάδας.

Ἡ πρώτη σαφῶς τεκμηριωμένη τουρκικὴ κρατικὴ δύναμις ἦτο τὸ Γκιοκτοὺρκ Χαγανάτον, τὸ ὁποῖον ἱδρύθη τὸ 552 μ.Χ. ὑπὸ τοῦ Μπουμὶν Χαγάνου μετὰ τὴν ἐξέγερσιν κατὰ τοῦ Χαγανάτου τῶν Ρουράν. Οἱ Γκιοκτούρκοι ἐπέβαλον τὴν κυριαρχίαν των ἐπὶ μεγάλων περιοχῶν τῆς στέπας καὶ ἀπετέλεσαν τὴν πρώτην πολιτικὴν ὀργάνωσιν ἥτις ἀναφέρεται ρητῶς ὡς «τουρκικὴ» εἰς τὰς πηγάς.

Κατὰ τοὺς 7ον–11ον αἰῶνας, διάφορα τουρκικὰ φύλα — ὅπως οἱ Οὔιγουροι, οἱ Κιπτσάκοι καὶ κυρίως οἱ Ὀγούζοι — μετεκινήθησαν βαθμηδὸν πρὸς δυσμάς. Ἀπὸ τῶν Ὀγούζων προῆλθον βραδύτερον οἱ Σελτζούκοι καὶ, τελικῶς, οἱ Ὀθωμανοί, οἵτινες ἐγκατεστάθησαν εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ ἀνέπτυξαν μόνιμα κράτη μετὰ ἰσχυρῶν περσικῶν, ἰσλαμικῶν καὶ βυζαντινῶν ἐπιρροῶν.

1α. Ἡ φυλὴ τῶν Ἀφσάρ καὶ ὁ ἐκτουρκισμὸς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας
(11ος αἰ. μ.Χ. καὶ ἑξῆς)

Ἡ σχέσις τῆς φυλῆς τῶν Ἀφσάρ (τουρκιστὶ Avşar) μετὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς συγχρόνου Τουρκίας εἶναι θεμελιώδης, καθ’ ὅσον οἱ Ἀφσὰρ ἀπετέλεσαν ἕνα ἐκ τῶν βασικῶν πυλώνων διὰ τὸν σταδιακὸν ἐκτουρκισμὸν καὶ τὴν διαμόρφωσιν τῆς πληθυσμιακῆς ταυτότητος τῆς Ἀνατολίας.

Οἱ Ἀφσὰρ ἦσαν μία ἐκ τῶν 24 κυρίων ὀγούζικων φυλῶν καὶ ἐγκατεστάθησαν μαζικῶς εἰς τὴν Ἀνατολίαν κατὰ τὴν περίοδον τῶν Σελτζούκων, ἀπὸ τοῦ 11ου αἰῶνος καὶ ἑξῆς. Ἐξηπλώθησαν ἰδίως εἰς τὴν Κεντρικὴν καὶ Νότιον Μικρὰν Ἀσίαν — Καππαδοκίαν, Κιλικίαν, Καραμανίαν — καὶ ὑπῆρξαν πρωταγωνισταὶ εἰς τὸν ἐποικισμὸν καὶ εἰς τὴν δημογραφικὴν ἀλλοίωσιν τῆς περιοχῆς.

Στρατιωτικὴ φήμη: Ἦτο παροιμιώδης ἡ μαχητικότης αὐτῶν. Κατὰ τὰς ἱστορικὰς πηγάς, ἄλλαι φυλαὶ ἐχρησιμοποίουν τὴν φράσιν «Ἔρχονται οἱ Ἀφσάρ» ἵνα τρομάξωσι τοὺς ἀντιπάλους ἢ τὰ τέκνα αὐτῶν. Ἡ πολεμικὴ αὐτῶν ἰσχὺς συνετέλεσεν ἀποφασιστικῶς εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῶν τουρκικῶν στοιχείων ἔναντι τῶν βυζαντινῶν πληθυσμῶν.

Οἱ Ἀφσὰρ διετήρησαν ἐπὶ αἰῶνας ἡμινομαδικὸν βίον καὶ διεδραμάτισαν σημαντικὸν ρόλον καὶ κατὰ τὴν ὀθωμανικὴν περίοδον, ἰδίως κατὰ τὰς ἀναγκαστικὰς μετακινήσεις πληθυσμῶν, τοὺς λεγομένους iskân. Ἡ συμβολὴ αὐτῶν εἰς τὴν ἐθνολογικὴν καὶ πολιτισμικὴν διαμόρφωσιν τῆς συγχρόνου Τουρκίας παραμένει μέχρι σήμερον ἐμφανής.

2. Νομαδικὸς βίος καὶ κοινωνικὴ ὀργάνωσις

Τὰ τουρκικὰ φύλα ἔζων εἰς τὰς ἀπεράντους περιοχὰς τῆς Μογγολίας, τῆς Ἀλτάης καὶ τῆς Κεντρικῆς Ἀσίας. Ἡ οἰκονομία αὐτῶν ἐστηρίζετο κυρίως εἰς τὴν κτηνοτροφίαν καὶ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἵππου. Οἱ πληθυσμοὶ μετεκινοῦντο συχνάκις ἀναζητοῦντες βοσκοτόπια διὰ τὰ κοπάδια των, κατοικοῦντες εἰς γιούρτας, δηλαδὴ κινητὰς κατοικίας προσηρμοσμένας εἰς τὸν νομαδικὸν βίον.

Οὗτος ὁ τρόπος ζωῆς δὲν εὐνοοῦσε τὴν δημιουργίαν μεγάλων μονίμων πόλεων τοῦ μεσογειακοῦ τύπου, μετὰ μνημειακῆς ἀρχιτεκτονικῆς, ἀγορῶν, θεάτρων καὶ συνθέτων διοικητικῶν μηχανισμῶν. Ἡ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ ὀργάνωσις ἐβασίζετο κυρίως εἰς τὰς φυλετικὰς σχέσεις, εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ χαγάνου καὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἱεραρχίαν.

Παραλλήλως, οἱ λαοὶ τῆς στέπας δὲν ἀνέπτυξαν γραπτὴν φιλοσοφικὴν, ἐπιστημονικὴν ἢ ἱστοριογραφικὴν παράδοσιν συγκρίσιμον πρὸς τὴν ἑλληνικὴν καὶ ρωμαϊκήν. Ἡ πολιτιστικὴ αὐτῶν παράδοσις ἦτο κυρίως προφορική, μετ’ ἐπῶν, γενεαλογιῶν καὶ θρύλων οἵτινες μετεδίδοντο ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν. Αἱ παλαιότεραι γνωσταὶ τουρκικαὶ ρουνικαὶ ἐπιγραφαὶ τοῦ Orkhon χρονολογοῦνται κυρίως εἰς τὸν 8ον αἰῶνα μ.Χ.

Ὁ πολιτισμὸς τῶν στεπῶν, πάντως, διέθετε ἴδια σημαντικὰ χαρακτηριστικά: ἀνεπτυγμένην μεταλλουργίαν, ἰδίως εἰς τὴν κατασκευὴν ὅπλων, σαμανιστικὰς καὶ τεγγρικὰς θρησκευτικὰς παραδόσεις, ἰσχυρὰν πολεμικὴν παράδοσιν ἔφιππων τοξοτῶν, καθὼς καὶ κοινωνικὰς δομὰς προσηρμοσμένας εἰς τὴν κινητικότητα τῆς στέπας. Ἦτο, δηλαδή, πολιτισμὸς διάφορος ἀπὸ τὸν ἀστικὸν πολιτισμὸν τῆς Μεσογείου, οὐχὶ ἀναγκαίως «κατώτερος».

2α. Ὁ ἑλληνορωμαϊκὸς πολιτισμὸς τὸν 6ον αἰῶνα μ.Χ. – ἕτερος κόσμος

Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν νομαδικὴν ὀργάνωσιν τῶν Γκιοκτούρκων, ὁ βυζαντινὸς ἑλληνισμὸς τοῦ 6ου αἰῶνος μ.Χ., ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ Α΄ (527–565), ἀντιπροσώπευε ἕναν ἐξόχως ἀστικὸν, γραφειοκρατικὸν καὶ νομικῶς συστηματοποιημένον πολιτισμόν.

Πόλεις: Κωνσταντινούπολις (300.000–500.000 κάτοικοι), Ἀλεξάνδρεια, Ἀντιόχεια, Θεσσαλονίκη, Ἔφεσος. Ὑδραγωγεῖα, θέρμαι, φόροι, ἀγοραί, Ἱππόδρομος, Ἁγία Σοφία (ἐγκαινιασθεῖσα τὸ 537).

Δίκαιον: Corpus Juris Civilis (529–534) – συστηματικὴ κωδικοποίησις ῥωμαϊκοῦ δικαίου, ἄγνωστος εἰς τὴν στέπην.

Γραμματεία καὶ παιδεία: Προκόπιος Καισαρείας (Ἱστορίαι, Κτίσματα), Ἰωάννης Μαλάλας (Χρονογραφία), Ἀγαθίας Σχολαστικός. Πανεπιστήμιον Κωνσταντινουπόλεως, βιβλιοθῆκαι, νοτάριοι, γραφεῖα.

Εἰρήνη καὶ φόροι: Μόνιμος κρατικὸς μηχανισμὸς εἰσπράξεως φόρων (πραιτωριανὴ ἔπαρχος), μισθωτὸς στρατός, ναυτικόν.

Οὗτος ὁ κόσμος ἦτο ριζικῶς διάφορος ἀπὸ τὸν κόσμον τῶν Γκιοκτούρκων, ὅπου ἡ κινητικότης, ἡ προφορικότης καὶ ἡ φυλετικὴ νομιμοφροσύνη ἀπετέλουν τὰ κυρίαρχα γνωρίσματα.

3. Αἱ σχέσεις μετὰ τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ κόσμου
(6ος αἰ. μ.Χ. καὶ ἑξῆς)

Μέχρι τῶν μέσων τοῦ 6ου αἰῶνος, δὲν ὑπῆρχεν ἄμεσος καὶ συστηματικὴ διπλωματικὴ ἐπαφὴ μεταξὺ τῶν Βυζαντινῶν καὶ τῶν τουρκικῶν χαγανάτων τῆς Κεντρικῆς Ἀσίας. Μεταξὺ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν στεπῶν παρενεβάλλοντο μεγάλαι δυνάμεις, οἷον ἡ Σασσανιδικὴ Περσία καὶ οἱ Ἐφθαλῖται.

Αἱ γνώσεις τῶν Ἑλλήνων καὶ Ρωμαίων περὶ τῆς ἐσωτερικῆς Ἀσίας ἦσαν περιωρισμέναι καὶ συχνάκις συγκεχυμέναι, μολονότι ὑπῆρχον ἔμμεσοι ἐπαφαὶ διὰ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν μετακινήσεων λαῶν εἰς τὴν εὐρασιατικὴν ζώνην.

Ἡ πρώτη σαφῶς τεκμηριωμένη διπλωματικὴ ἐπαφὴ μεταξὺ Βυζαντίου καὶ Γκιοκτούρκων χρονολογεῖται εἰς τὸ 568 μ.Χ., ὅτε πρεσβεία τοῦ Γκιοκτοὺρκ Χαγανάτου ἔφθασεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐπὶ Ἰουστίνου Β΄. Τὴν περίοδον ἐκείνην, οἱ Γκιοκτούρκοι εἶχον ἤδη ἀναδειχθῆ εἰς μεγάλην δύναμιν τῆς Κεντρικῆς Ἀσίας μετὰ τὴν κατάλυσιν τῶν Ἐφθαλιτῶν.

4. Συμπέρασμα

Οἱ πρώιμοι τουρκικοὶ λαοὶ τῆς Κεντρικῆς Ἀσίας ἀνέπτυξαν πολιτισμὸν στενῶς συνδεδεμένον μετὰ τοῦ νομαδικοῦ βίου τῆς στέπας. Ἡ συνεχὴς κινητικότης ἀπέτρεψε τὴν δημιουργίαν σταθεροῦ ἀστικοῦ πλαισίου ἀντιστοίχου τοῦ ἑλληνικοῦ, μετὰ πόλεων, νόμων καὶ γραπτῆς παιδείας.

Ἀργότερον, μετὰ τὴν κάθοδον τῶν Ὀγούζων καὶ ἰδίως τῆς φυλῆς τῶν Ἀφσάρ, οἱ τουρκικοὶ πληθυσμοὶ κατέστησαν καταλυτικὸς παράγων εἰς τὸν δημογραφικὸν καὶ πολιτισμικὸν μετασχηματισμὸν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Ἡ διαφορά, λοιπόν, δὲν πρέπει νὰ νοῆται ὡς ἀντίθεσις «ἀνωτέρου» καὶ «κατωτέρου» πολιτισμοῦ, ἀλλ’ ὡς διάκρισις μεταξὺ δύο διαφόρων ἱστορικῶν καὶ κοινωνικῶν κόσμων: τοῦ ἀστικοῦ καὶ γεωργικοῦ κόσμου τῆς Μεσογείου καὶ τοῦ κινητικοῦ, νομαδικοῦ κόσμου τῆς εὐρασιατικῆς στέπας.

Ἡ διαφορετικότης μεταξὺ τῶν δύο πολιτισμῶν κατὰ τὸν 6ον αἰῶνα μ.Χ. ὑπῆρξε τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ χαρακτηρίζηται ὡς δομικὴ καὶ λειτουργικὴ ἀσυμβατότης, ὅπως καθίσταται σαφὲς ἐκ τοῦ ἀκολούθου συγκριτικοῦ πίνακος:



Τὸ χάσμα τοῦτο ἦτο τόσον εὐρύ, ὥστε ἡ πρώτη διπλωματικὴ ἐπαφὴ (568 μ.Χ.) νὰ περιγραφῇ ἀπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς ὡς συνάντησις μετὰ «βαρβάρων ἐθνῶν» – ὅρος δηλωτικὸς τῆς ἀπουσίας πολιτειῶν, πόλεων καὶ γραπτῶν νόμων κατὰ τὸ πρότυπον τῆς οἰκουμένης.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ξεβουλωμένο γράμμα... για το βουλωμένο ρέμα!

Ἕνα κράτος Πόντιος Πιλάτος!

Ποιός διαλέγει τοὺς ἥρωες;